Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

water carrier


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο carrier παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: water
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
carrier n([sth/sb] that carries)μεταφοράς ουσ ως επίθ
 (άτομο)μεταφορέας ουσ αρσ/θηλ
Σχόλιο: Για τα αντικείμενα, δεν υπάρχει συγκεκριμένος όρος: μπορεί να είναι καλάθι μεταφοράς, όχημα μεταφοράς, τσάντα μεταφοράς κ.λπ. (βλ. πρόταση παραδείγματος).
 The vet loaded the cat into a plastic carrier.
 Ο κτηνίατρος έβαλε τη γάτα μέσα σε ένα πλαστικό κλουβί μεταφοράς.
carrier n(logistics: transportation company)εταιρεία μεταφορών φρ ως ουσ θηλ
  μεταφορική εταιρεία επίθ + ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)μεταφορική επίθ ως ουσ θηλ
 Tom drives a truck for a major carrier.
 Ο Τομ είναι οδηγός φορτηγού για μια μεγάλη εταιρεία μεταφορών.
carrier n(of disease)φορέας ουσ αρσ/θηλ
 Even though he was not symptomatic, he was a carrier of the Ebola virus.
 Αν και δεν είχε συμπτώματα, ήταν φορέας του ιού Έμπολα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
carrier n(telephone company)πάροχος ουσ αρσ
  εταιρεία τηλεφωνίας φρ ως ουσ θηλ
 Does your carrier charge a fee for long-distance calls?
carrier,
carrier bag
n
(shopping bag)σακούλα, τσάντα ουσ θηλ
 I forgot to take a carrier with me to the supermarket and had to pay for one.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
aircraft carrier n(naval vessel)αεροπλανοφόρο ουσ ουδ
 The pilot landed the plane on the deck of the aircraft carrier.
baby carrier n(wearable device) (για μωρό)μάρσιπος ουσ αρσ
bulk carrier n(cargo ship) (είδος φορτηγού πλοίου)μπαλκ κάριερ, bulk carrier ουσ ουδ άκλ
 Shipping by bulk carrier, although slow, will cost much less than by air.
cargo carrier n(freight-carrying transport)μέσο μεταφοράς για διακίνηση φορτίου ουσ ουδ
carrier pigeon n(pigeon: carries messages)ταχυδρομικό περιστέρι φρ ως ουσ ουδ
 Carrier pigeons were often used during WW1 to carry messages home from the fronts. The letter took so long to get there we may as well have sent it by carrier pigeon!
 Τα ταχυδρομικά περιστέρια χρησιμοποιούνταν, συχνά, στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, για να μεταφέρουν μηνύματα που έστελναν στις οικογένειές τους όσοι πολεμούσαν στο μέτωπο.
common carrier n(company providing freight service)μεταφορική εταιρεία ουσ θηλ
 That company is a common carrier both in California and Nevada.
data carrier n(device that holds information)φορέας δεδομένων φρ ως ουσ αρσ
  μέσο δεδομένων φρ ως ουσ ουδ
flag carrier n(transport company with special status) (μεταφορικά)ναυαρχίδα ουσ θηλ
flag carrier nhistorical (state-owned airline)κρατική αεροπορική εταιρεία φρ ως ουσ θηλ
grain carrier n(ship that transports grain)πλοίο μεταφοράς σιτηρών ουσ ουδ
hod carrier,
hodman
n
(bricklayer's assistant)βοηθός χτίστη φρ ως ουσ αρσ
insurance carrier n(company issuing an insurance policy)ασφαλιστικός φορέας επίθ + ουσ αρσ
letter carrier (mail carrier)ταχυδρόμος ουσ αρσ/θηλ
luggage carrier n(car accessory)ράφι αποσκευών έκφρ
luggage carrier n(trolley for baggage) (για αποσκευές)καρότσι, καροτσάκι ουσ ουδ
mail carrier,
letter carrier
n
US (person employed to deliver post)ταχυδρόμος ουσ αρσ
 My dog barks at my mail carrier every day.
minivan nUS (vehicle: large car, people carrier)μίνιβαν ουσ ουδ ακλ
 Jeff traded in his small car for a minivan when his third child was born.
people carrier nUK (large saloon car: minivan)βαν ουσ ουδ άκλ
  μίνι βαν φρ ως ουσ ουδ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση water carrier στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «water carrier».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!